To faire

Το faire είναι ανώμαλο ρήμα και σημαίνει κάνω. Όταν μετά το faire μπαίνουν ρήματα (π.χ. faire cuire) σημαίνει ότι τα κάνω με παρέμβαση π.χ. κάποιας μηχανής.

Je fais

Tu fais 

Il/Elle fait

Nous faisons

Vous faites

Ils/Elles font

Faire

Advertisements

Σχολιασμός

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s